Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Γιώργης Παυλόπουλος, "Τα αντικλείδια" (1988)



Το ποίημα είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μία επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες απόπειρα να παραβιασθεί η ανοιχτή της πόρτα. Το πρόσωπο που αφηγείται έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Αξίζει να προσεχθεί ότι το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (κύκλος) και γίνεται έτσι το ίδιο φορέας της εμπειρίας που περιγράφει.

Γιώργης Παυλόπουλος
Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε το 1924 στον Πύργο Ηλείας, όπου και διέμενε από το 1951 μέχρι και το τέλος της ζωής του (2008). Υπήρξε ιδρυτικό και δραστήριο μέλος του «Πυργιώτικου Παρνασσού», σημαντικότατου σωματείου για την προαγωγή των τεχνών και του πολιτισμού στα δύσκολα χρόνια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής. Εργάστηκε ως βοηθός λογιστή και ως γραμματέας στο Κ.Τ.Ε.Λ. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1943 δημοσιεύοντας ποιήματά του σε περιοδικά. Έκτοτε δημοσίευσε τις εξής ποιητικές συλλογές: Το Κατώγι (1971), Το Σακί (1980), Τα Αντικλείδια (1988), Τριάντα Τρία Χάι-Κου (1990), Λίγος άμμος (1997), Πού είναι τα πουλιά; (2004).
Η ποίησή του επαινέθηκε από το Γιώργο Σεφέρη, για τον οποίο ο Παυλόπουλος έγραψε τη μελέτη «Από μια πρώτη συγκίνηση». Ασχολήθηκε επίσης με μεταφράσεις ποιημάτων του Έλιοτ, Πάουντ κ.ά., ενώ παράλληλα πολλά ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά και αγγλικά.
Ο Γιώργης Παυλόπουλος ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ποιητών. Η ποίησή του είναι σεμνή, ζεστή και χαμηλόφωνη. Διακρίνεται για το απλό και κουβεντιαστό της ύφος, τον πεζολογικό της τόνο, τη φυσικότητα του λεξιλογίου της και την υπαινικτική, αλληγορική γραφή της. Η γλώσσα του είναι καθαρά προσωπική, αν και ακουμπάει γερά στην παράδοση (δημοτικό τραγούδι, Σολωμό, Μακρυγιάννη, Σεφέρη). Είναι μια γλώσσα ρωμαλέα, πυκνή, απροσποίητη και αδιακόσμητη, χωρίς εκζήτηση. Η ποίησή του είναι εικονιστική και αναπαριστά την εφιαλτική ζωή του μεταπολεμικού ανθρώπου, ο οποίος βιώνοντας καθημερινά το θάνατο, προσπαθεί να τον υπερβεί μέσω του ονείρου, της ποίησης και του έρωτα. Οι εικόνες, που δημιουργεί, διαδέχονται η μία την άλλη με λυρική, ονειρική αφηγηματικότητα και σκηνική διάρθρωση.

Η κριτική για το έργο του
«Αισθάνομαι πως τα ποιήματα της τρίτης συλλογής του Παυλόπουλου [Τα Αντικλείδια], πιασμένα όλα σχεδόν στο δίχτυ του ονείρου, μπορεί να μοιραστούν στα τρία: κάποια μιλούν πιο πολύ για το σώμα -του ανθρώπου και του κόσμου. άλλα περισσότερο για τη στάχτη και τη σκόνη του. μερικά για τη βιώσιμη αγάπη του. Τα πρώτα είναι σκοτεινά και παιδεμένα. τα δεύτερα μαύρα κι απελπισμένα. στα τρίτα μπαίνει κάποιο φως ελπίδας, καθώς εδώ το ποίημα κυνηγά ως το τέλος την ποίηση, κι η ποίηση το ποίημα. Όπως στην ιλιαδική παρομοίωση που μπήκε προμετωπίδα στα «Αντικλείδια», κι είναι αυτή επιτέλους το καλό και το σωστό κλειδί».
(Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Τα αντικλείδια της ποίησης», Διαλέξεις, Στιγμή, Αθήνα, 1992, σελ.151)

ð Η ιλιαδική προμετωπίδα είναι σε μετάφραση Μαρωνίτη: «Όπως στο όνειρο, λοιπόν, όπου ο κυνηγός δεν μπορεί να προφτάσει τον κυνηγημένο· μήτε ο ένας γίνεται να ξεφύγει, μήτε ο άλλος να τον φτάσει».

«Η φωνή του Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να μπορεί ν’ αφηγηθεί, και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει. να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει. Και προπαντός ξέρει να κρατά τον σωστό ρυθμό και τους κυματισμούς που χρειάζεται η διήγηση, για να παραμένει διήγηση. Μιλώ για εκείνη την ηρεμία και την άνεση που επιτρέπει στον ποιητικό μύθο να σχηματιστεί και να πετάξει λεύτερος, αυτό που έλεγε ο Όμηρος «έπεα πτερόεντα», ή κάτι τέτοιο.
Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη, σχεδόν την τρυφερότητα της αφηγηματικής φωνής του Παυλόπουλου. Υποπτεύομαι πως αυτήν κυρίως πρόσεξε ο Σεφέρης, που είχε στο κεφάλαιο αυτό τις δικές του δυσκολίες, καθώς η δική του φωνή άρχισε λυρική και εξελίχτηκε σε δραματική, πηγαίνοντας να γίνει αφηγηματική».
(Δ.Ν. Μαρωνίτης, ό.π., σελ. 146-147)

«Ο Γ. Παυλόπουλος αποφεύγοντας τις παγίδες κινείται με χαρακτηριστική άνεση μέσα στο λαβύρινθο των ονείρων και με γνώση και μαστοριά, φωτίζει τις σκιές, τονίζει τις λεπτομέρειες, δραματοποιεί έντεχνα τις καταστάσεις. Πάνω απ’ όλα όμως αφήνει να αναδυθούν στην επιφάνεια εκείνα τα συναισθήματα που αποτελούν και τα βαθύτερα κίνητρα για να γραφούν αυτά τα ποιήματα: η νοσταλγία για τη χαμένη νιότη, η αγωνία του καλλιτέχνη για το έργο του, ο φόβος και τελικά η εξοικείωση με το θάνατό του […]. Ο Παυλόπουλος είναι ένας ποιητής προικισμένος με δύο ουσιαστικές αρετές. Η πρώτη είναι μια φαντασία οπτική. Η δεύτερη αρετή, είναι κατ’ εξοχή πεζογραφική: ή αφηγηματική δεξιότητα […]. Αλλά ο Γ. Παυλόπουλος είναι επίσης ένας ποιητής που τον διακρίνει η γλωσσική ωριμότητα και μια ποιητική διαύγεια. Λέγοντας γλωσσική ωριμότητα εννοώ εκείνη την ικανότητα που επιτρέπει σ’ έναν ποιητή όχι απλώς να βρίσκει τη σωστή λύση σ’ ένα γλωσσικό πρόβλημα που του δημιουργεί ένα ποίημα, αλλά και τη μόνη σωστή λύση».
(Νίκος Λάζαρης, Πλανόδιον, 11, 1989)

Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο της ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.
Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.
«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ-Μάιος 1998, σ.24-26

Το ποίημα
Ο τίτλος του ποιήματος «Τα Αντικλείδια» με τη χρήση του κεφαλαίου γράμματος στο ουσιαστικό, υποδηλώνει πως πρόκειται για «ξεχωριστά» αντικλείδια και όχι για απλά, καθημερινά αντικλείδια, αλλά δεν επιτρέπει μιαν άμεση κατανόηση του νοήματός του.

«Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.»

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, είναι ένα διαρκές κάλεσμα προς τους τεχνίτες του λόγου να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως θα κατορθώσουν ποτέ να γνωρίσουν, αλλά και να κατακτήσουν τη βαθύτερη ουσία της τέχνης τους.
ð Το ποίημα ξεκινά μ’ έναν ορισμό της ποιητικής τέχνης, που την παρουσιάζει ως προσιτή ή έστω «ανοιχτή» σε όλους.
ð Η λέξη Ποίηση γράφεται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, ώστε να τονιστεί η ιδιαίτερη αξία που έχει για τον ποιητή η τέχνη του.
ð Η πόρτα λειτουργεί ως σύμβολο της εισόδου στον χώρο της ποιητικής τέχνης, στον ξεχωριστό κόσμο της ποίησης.
ð Ο πρώτος στίχος είναι μια λιτή και σύντομη κύρια πρόταση, που δημιουργεί την εντύπωση ενός αποφθέγματος.

«Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.»

Η διάκριση που κάνει ο ποιητής ανάμεσα σε αυτούς που κοιτάζουν και αυτούς που πραγματικά βλέπουν, έχει να κάνει με την ιδιαίτερη φύση της ποιητικής τέχνης, η οποία απαιτεί από τον αναγνώστη μια αυξημένη ευαισθησία κι ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για να μπορέσει πραγματικά να εκτιμήσει όσα έχει να του προσφέρει μια τόσο εκλεπτυσμένη μορφή τέχνης. Η ποίηση δεν είναι προσιτή σε όλους, υπό την έννοια ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο σ’ έναν αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει και να αισθανθεί πλήρως την ομορφιά του ποιητικού λόγου αλλά και τις πνευματικές ανησυχίες που επιχειρεί να εκφράσει ο ποιητής.

ð Εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στους πολλούς, οι οποίοι μένουν ασυγκίνητοι στο κάλεσμα της ποιητικής τέχνης, και τους μερικούς, οι οποίοι «μαγεύονται» απ’ την ομορφιά της ιδιαίτερης αυτής τέχνης.
ð Εφόσον η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, αυτό σημαίνει πως μπορούν να την αντικρίσουν όλοι, ακόμη κι εκείνοι που δεν εκφράζουν τελικά κάποιο ενδιαφέρον γι’ αυτήν.
ð Η αντίθεση ανάμεσα στους πολλούς και τους μερικούς τονίζεται και με τη χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων αντίληψης. Οι πολλοί κοιτάζουν, χωρίς να βλέπουν, μένουν άρα στην επιφανειακή και βιαστική θέαση. Οι «μερικοί», ωστόσο, «κάτι» βλέπουν, γεγονός που σημαίνει ότι η δική τους θέαση γίνεται με μεγαλύτερη προσοχή και ενδιαφέρον. Ακόμη κι εκείνοι, εντούτοις, βλέπουν «κάτι» και όχι το σύνολο των θέλγητρων της ποιητικής τέχνης.
ð Μεταφορές: «το μάτι τους αρπάζει κάτι», «μαγεμένοι».
ð Χιαστό σχήμα: «κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι»
ð Η ζωντάνια και η έντονη κινητικότητα του ρήματος «αρπάζει», το οποίο τίθεται σε χρόνο Ενεστώτα (παρόν – διάρκεια), αποδίδει με ιδιαίτερη παραστατικότητα τη διαδικασία πρόσληψης της τέχνης, και συνάμα ενισχύει τη θεατρικότητα του ποιήματος (εικόνα κίνησης / δράσης).
ð Σε όλο το ποίημα είναι εμφανείς οι διασκελισμοί, καθώς συχνά το νόημα δεν ολοκληρώνεται στο πλαίσιο του στίχου, αλλά συνεχίζεται και στον επόμενο: (Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε).

«Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει.»

Τη στιγμή που οι γοητευμένοι απ’ τη μαγεία της ποίησης επιχειρούν να εισέλθουν στον ποιητικό κόσμο, η πόρτα κλείνει. Ένα δραματικό απρόοπτο, που υποδηλώνει με εμφατικό τρόπο το ανέφικτο αυτής της πρόσβασης. Η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή καθώς τα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας δεν μπορούν να αποκαλυφθούν όσο κι αν προσπαθεί κανείς. Η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιος εύκολος τρόπος για να μπορέσει κάποιος να φτάσει στα ύψη αυτής της τέχνης.
Το κλειδί για την πόρτα της ποίησης, σύμφωνα με τον Παυλόπουλο, δεν μπορεί να βρεθεί μιας και κανείς δε γνωρίζει ποιος το έχει. Η εύρεση του κλειδιού, άλλωστε, θα σήμαινε ότι κάποιος θα μπορούσε να κατακτήσει πλήρως την τέχνη της ποιήσεως, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να συμβεί. Ο Παυλόπουλος εκφράζει την άποψη ότι είναι αδύνατο να γνωρίσει κάποιος τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, υπό την έννοια ότι η ποίηση είναι στην ουσία μια τέχνη που δεν μπορεί να προσδιοριστεί και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στην ολότητά της. Η ποίηση ήταν και παραμένει μια απρόσιτη μορφή δημιουργίας, που ενώ έχει την ικανότητα να μαγεύει τους ανθρώπους με την αρμονία της, δεν επιτρέπει εντούτοις την οριοθέτηση και την κατάκτησή της.

ð Το αιφνίδιο κλείσιμο της πόρτας ενισχύει τη θεατρικότητα του ποιήματος.
ð Το μάταια αναζητούμενο κλειδί λειτουργεί ως σύμβολο της βαθύτερης ουσίας της ποιητικής τέχνης· είναι το στοιχείο εκείνο που θα οδηγούσε σε μια πλήρη αποκωδικοποίηση των μυστικών της ποιητικής τέχνης.
ð Η αδυναμία εύρεσης του κλειδιού, ενώ από τη μία δείχνει πως είναι επί της ουσίας αδύνατο να «κατακτήσει» κάποιος τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, από την άλλη αποτελεί και το καίριο συστατικό της ανυπέρβλητης γοητείας που ασκεί αυτή η τέχνη. Το απρόσιτο της βαθύτερης ουσίας της, την καθιστά περισσότερο θελκτική και μυστηριώδη.
ð Το γεγονός πως κανείς δεν ανοίγει την κλειστή πόρτα της ποίησης, σημαίνει πως κανείς μέχρι τώρα δεν έχει κατορθώσει να εισέλθει στον κόσμο της· κανείς δεν είναι σε θέση να ανοίξει αυτή την πόρτα, καθώς κανείς δεν έχει γνωρίσει πλήρως την ουσία της και δεν την έχει γνωρίσει απόλυτα.
ð Η δράση που δηλώνεται με τα ρήματα Ενεστώτα (κλείνει, χτυπάνε, ψάχνουνε) ενισχύει τη θεατρικότητα του κειμένου. Η θεατρικότητα, άλλωστε, είναι εμφανής και στην γενικότερη παρουσία δρώντων προσώπων, αλλά και στην όλη σκηνοθεσία του ποιήματος με την ανοιχτή πόρτα, τους περαστικούς, κι ύστερα εκείνους που επιχειρούν μάταια να την ανοίξουν.
ð Η αλληγορική παρουσίαση της Ποιητικής Τέχνης, η οποία δίνεται ως μια πόρτα ανοιχτή, σε συνδυασμό με την αντίφαση που προκύπτει από το γεγονός ότι η ανοιχτή αυτή πόρτα κλείνει και δεν μπορεί να ανοιχτεί από κανέναν, καθιστούν το ποίημα αυτό ένα νοητικό παιχνίδι που παγιδεύει τον αναγνώστη σ’ έναν αέναο κύκλο, όπου η πάντοτε ανοιχτή πόρτα της Ποίησης παραμένει κλειστή, χωρίς ποτέ να μπορεί να ανοιχτεί από κανέναν, παρά τις συνεχείς προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το κατάλληλο αντικλείδι.

«Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.»

Η προσπάθεια των επίδοξων ποιητών να δημιουργήσουν το αντικλείδι που θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης, μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή και να μη φτάσει ποτέ στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Παρά την αφοσίωση κάποιων ανθρώπων στην τέχνη της ποιήσεως και παρά το γεγονός ότι έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, είναι πιθανό να μην μπορέσουν ποτέ να δημιουργήσουν αξιόλογα ποιήματα.
Ο Παυλόπουλος, ωστόσο, παρόλο που αρνείται τη δυνατότητα σε κάποιον να κατακτήσει απόλυτα την ποίηση, δεν αρνείται εν γένει τη δημιουργία της ποίησης. Τα αντικλείδια είναι η προσφορά όλων των ποιητών που έχουν κατά καιρούς ασχοληθεί με την τέχνη αυτή κι ενώ κανείς από αυτούς δεν έφτασε στο σημείο να αποκτήσει το κλειδί, εντούτοις ο καθένας προσέφερε και κάτι στη συλλογική γνώση της ποίησης. Ίσως η προσφορά κάθε ποιητή να ήταν μόλις ένα ακέραιο ποίημα, ίσως πάλι να ήταν μόνο μερικοί άρτιοι στίχοι, σε κάθε περίπτωση πάντως το ποιητικό έργο που βρίσκεται πίσω από την πόρτα της ποίησης δημιουργήθηκε σταδιακά από όλους εκείνους που ο καθένας μόνος του απέτυχε να ανοίξει την πόρτα, αλλά όλοι μαζί κατόρθωσαν να δώσουν ζωή σε ό,τι σήμερα εμείς αποκαλούμε ποίηση.

ð Η αγωνία των ποιητών ή των επίδοξων ποιητών να βρουν το μυστικό που θα τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης, υποδηλώνει το βαθμό έλξης που ασκεί σε αυτούς η ποίηση, και άρα τον βαθμό αφοσίωσής τους σε αυτήν.
ð Τα αντικλείδια συμβολίζουν τα ποιήματα που γράφουν οι ποιητές, τις απόπειρες δημιουργίας του άρτιου εκείνου ποιήματος που θα τους επιτρέψει να εισέλθουν στον κόσμο της ποίησης.
ð Εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στο ένα «κλειδί» και στα πολλά «αντικλείδια». Έτσι, ενώ το κλειδί, το φανέρωμα της ουσίας της ποίησης μπορεί να επιτευχθεί με έναν τρόπο και μέσω μιας και μόνης οδού, τα αντικλείδια, οι απόπειρες να εισέλθουν στο χώρο της ποίησης, είναι πολλά.
ð Μεταφορά: «και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε».  

«Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.»

Στους στίχους αυτούς η αντίφαση που προκύπτει με την «ανοιχτή πόρτα της ποίησης» (1ος στίχος) είναι καθαρά φαινομενική, καθώς επί της ουσίας η πόρτα είναι κλειστή κυρίως για τους ανθρώπους που μπορούν να δουν στο βάθος και μπορούν να αντιληφθούν την αξία της ποιητικής τέχνης, μιας και οι άνθρωποι αυτοί μπορούν παράλληλα να κατανοήσουν τη δυσκολία που υπάρχει στο να δημιουργήσει κανείς ένα αξιόλογο ποιητικό έργο.
Όσοι κοιτάζουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και δε βλέπουν τίποτα, δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν τη μαγεία της ποίησης και τη δυσκολία που υπάρχει στο να μπορέσει κάποιος να συνθέσει ένα πραγματικά αξιόλογο ποιητικό έργο.
Όσοι κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν, δεν πρόκειται καν να συνειδητοποιήσουν ότι στην πραγματικότητα η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή γιατί δεν πρόκειται ποτέ να επιχειρήσουν να την ανοίξουν, δεν πρόκειται δηλαδή ποτέ να επιχειρήσουν να γράψουν ποίηση.
Όσοι όμως βλέπουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και κατανοούν την αξία της, το πιθανότερο είναι ότι θα προσπαθήσουν να εισαχθούν βαθύτερα στον κόσμο της ποίησης δημιουργώντας και οι ίδιοι ποιητικό έργο και τότε θα αντιληφθούν ακόμη καλύτερα την αξία της καθώς θα διαπιστώσουν ότι η ποιητική δημιουργία δεν είναι εύκολη ούτε και δεδομένη.
Για κάποιους, μάλιστα. ακόμη και το γεγονός ότι θα αφιερώσουν όλη τους τη ζωή στην ποίηση δε θα σταθεί αρκετό να τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της τέχνης αυτής.

ð Με τη χρήση του Ενεστώτα, στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, ο Παυλόπουλος παρουσιάζει την παροντική διάσταση της αλληγορίας, δημιουργώντας εμφατικά την αίσθηση πως η πόρτα της ποίησης είναι τώρα και κάθε στιγμή ανοιχτή. Έτσι, το κάλεσμα της ποίησης, αλλά και οι προσπάθειες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα που αίφνης έκλεισε, αποδίδονται με χρόνο Ενεστώτα, παρουσιάζοντας τα γεγονότα ως εξελισσόμενα στο παρόν· στοιχείο που ενισχύει τη θεατρικότητα του ποιήματος. Η απόπειρα κατάκτησης της ποίησης δεν αποτελεί ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά μια συνεχιζόμενη, επίκαιρη και συνάμα διαχρονική κατάσταση.
Η αλλαγή χρόνου στον 12ο και 13ο στίχο, (δεν άνοιξε, μπόρεσαν), που τοποθετεί τις ρηματικές ενέργειες στο παρελθόν, έρχεται να αποκαλύψει πως στην πραγματικότητα η πόρτα της ποίησης δεν είχε ανοίξει ποτέ. Με την απολυτότητα του Αορίστου, που παρουσιάζει τα γεγονότα ως τετελεσμένα στο παρελθόν, καθίσταται σαφής η πλάνη εκείνων που θεώρησαν πως η πόρτα της ποίησης ήταν ανοιχτή.

«Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.»

Στους στίχους αυτούς ο ποιητής επιχειρεί έναν ορισμό των ποιημάτων, του ποιητικού έργου. Η ποίηση, βέβαια, μπορεί να γίνει αντιληπτή είτε από την οπτική των αναγνωστών είτε από την οπτική των ποιητών. Για τους αναγνώστες ποίηση είναι το σύνολο του ποιητικού έργου που έχει δημιουργηθεί, από τις πρώτες κιόλας ποιητικές προσπάθειες, μέχρι σήμερα. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να κατανοήσει την ποίηση πέρα από τις υπάρχουσες διατυπώσεις, πέρα από το υπάρχον δηλαδή ποιητικό έργο. Τα αντικλείδια, τα ποιήματα που «γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι το πεδίο στο οποίο κινούνται όσοι αγαπούν την ποίηση, όσοι τη μελετούν και τη σπουδάζουν.
Οι ποιητές, όμως, οι υπηρέτες της ποιητικής τέχνης, την κατανοούν τελείως διαφορετικά, καθώς για εκείνους τα αντικλείδια, τα ποιήματα που έχουν ήδη γραφτεί δεν είναι παρά προσπάθειες προσέγγισης της ποίησης. Τα αντικλείδια για τους ποιητές δεν είναι η ποίηση, ποίηση είναι το μοναδικό εκείνο ποίημα, η τέλεια εκείνη διατύπωση που τόσο επίμονα αρνείται να γίνει κτήμα τους. Οι αναγνώστες γνωρίζουν την ποίηση με βάση τα όσα έχουν ήδη γραφτεί, οι ποιητές όμως γνωρίζουν ότι μπορεί να υπάρξει ποιητικός λόγος ασύλληπτα καλύτερος, ποιητικός λόγος τόσο τέλειος που θα τους οδηγήσει κατευθείαν στην ουσία της ποίησης.
Οι ποιητές παλεύουν με τις λέξεις, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να μένουν ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα γιατί ξέρουν ότι κάθε σκέψη και κάθε στίχος μπορεί να διατυπωθεί καλύτερα. Οι ποιητές φτάνουν στο τέλος της διαδρομής τους γνωρίζοντας ότι τελικά δεν κατόρθωσαν να πετύχουν την ιδανική εκείνη έκφραση, που θα τους επέτρεπε να διαμορφώσουν τον ποιητικό λόγο στην καλύτερή του μορφή.

ð Ο ποιητής με τη διστακτικότητα της διατύπωσής του (Ίσως) καθιστά σαφές πως δεν είναι εύκολο να δοθούν σαφείς ορισμοί της ποίησης και του ποιητικού έργου. Άλλωστε, η ποίηση μέσω των ήδη υπαρχόντων ποιημάτων έχει λάβει ποικίλες εκφάνσεις, κι εφόσον είναι μια τέχνη ζωντανή προφανώς θα λάβει στο μέλλον κι άλλες.
ð Ο αφηγητής του ποιήματος έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Είναι, δηλαδή, ένας παντογνώστης αφηγητής, με μηδενική εστίαση, που γνωρίζει συνολικά τις αέναες, μα ανεπιτυχείς, προσπάθειες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης και άρα να κατακτήσουν την ποιητική τέχνη. Μας προσφέρει, άρα, μιαν αντικειμενική θέαση του ζητήματος που εξετάζει.
Το γεγονός, όμως, ότι είναι παντογνώστης δεν τον καθιστά και αμέτοχο παρατηρητή, καθώς στον 17ο στίχο «για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης», συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του στη χορεία των ποιητών, που μάταια προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης. Έτσι, ο αφηγητής αντικρίζει τα γεγονότα με εσωτερική εστίαση, και αποκαλύπτει πως η εναγώνια αυτή προσπάθεια του είναι εξαιρετικά οικεία, μιας κι ο ίδιος προσπαθεί μαζί με όλους τους ομοτέχνους του να δημιουργήσει το πολυπόθητο κλειδί. Η δραματοποίηση αυτή του αφηγητή ενισχύει την αλήθεια και την πιστότητα της περιγραφόμενης εμπειρίας, καθώς δίνεται από κάποιον που την έχει βιώσει προσωπικά.
ð Μεταφορά: «είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά».

«Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.»

Ο Παυλόπουλος με το κλείσιμο του ποιήματος δημιουργεί σχήμα κύκλου, επαναφέροντας την αρχική του διαπίστωση, αυτή τη φορά εισαγόμενη με το σύνδεσμο «μα», θέλοντας να εκφράσει αντίθεση με όσα προηγουμένως έχει δηλώσει σχετικά με το γεγονός ότι η πόρτα της Ποίησης κλείνει για όσους κάτι βλέπουν και επιχειρούν να μπουν, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο να μπορέσει κάποιος να περάσει την πόρτα της Ποίησης. Ο ποιητής, άλλωστε, αντιλαμβάνεται ότι, όπως ο ίδιος αφιέρωσε τη ζωή του στην τέχνη αυτή, είναι αναμενόμενο να υπάρξουν πολλοί ακόμη που μαγεμένοι από την τέχνη του λόγου, θα θελήσουν να αφοσιωθούν στην δυσεπίτευκτη αναμέτρηση με την Ποίηση.
Ο Παυλόπουλος δε θέλει να δώσει την εντύπωση πως η αναμέτρηση αυτή είναι χαμένη, δε θέλει δηλαδή να αποτρέψει τους νεότερους θεράποντες της Ποίησης από το σημαντικό αυτό έργο. Η πόρτα της Ποίησης κλείνει, υπό την έννοια ότι το έργο των επίδοξων ποιητών είναι εξαιρετικά δύσκολο και κάποτε μάλιστα δεν δικαιώνεται -δεν είναι όλοι όσοι γράφουν στίχους πραγματικοί ποιητές-, αυτό όμως δε σημαίνει πως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ενασχόληση με τη σημαντική αυτή τέχνη.
Το σχήμα κύκλου, επομένως, δημιουργεί την αίσθηση της ακατάλυτης συνέχειας στις προσπάθειες των ποιητών να διαβούν την πόρτα της Ποίησης, να κατακτήσουν δηλαδή τα μυστικά της ιδιαίτερης αυτής τέχνης. Ο Παυλόπουλος, άλλωστε, συνηθίζει να δίνει στα ποιήματά του την αίσθηση μιας αέναης διαχρονικής πορείας, χωρίς διαφαινόμενο τερματισμό, καθώς τα θέματα που πραγματεύεται (Τέχνη, Έρωτας), είναι ιδωμένα από τον ποιητή ως έννοιες που δεν γνωρίζουν -ή που δε θέλουμε να γνωρίζουν- τέλος.

ð Ο καταληκτικός στίχος, αν και μοιάζει να δημιουργεί αντίφαση με όσα προηγήθηκαν, θέλει απλώς να τονίσει πως το κάλεσμα της ποιητικής τέχνης προς όλους παραμένει πάντοτε ενεργό. Έτσι, δεν υπάρχει επί της ουσίας αντίφαση, αφού ο αναγνώστης έχει αντιληφθεί πως, αν και δεν είναι εφικτό να κατακτήσει κανείς πλήρως την ποιητική τέχνη, ωστόσο μπορούν όλοι να προσφέρουν τη δική τους συνεισφορά στον αέναο κύκλο της ποιητικής δημιουργίας.

Ο ποιητικός λόγος του Παυλόπουλου στα Αντικλείδια χαρακτηρίζεται από μια συνεχή εναλλαγή αυτοτελών νοημάτων που του προσδίδουν ένα γοργό ρυθμό αφήγησης. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, επομένως, ενισχύει την προσπάθεια του ποιητή να διατυπώσει με σαφήνεια και απλότητα το μήνυμά του. Ο ποιητής δεν επιθυμεί να αποκρύψει τη σκέψη του ούτε να δυσκολέψει τον αναγνώστη μέσα από δυσνόητες κι ελλειπτικές διατυπώσεις, γι’ αυτό και επιλέγει την εκφραστική καθαρότητα που του προσφέρουν οι κύριες προτάσεις. Άλλωστε, η απλότητα του ποιητικού του λόγου δε σημαίνει παράλληλα και απλότητα στις σκέψεις που διατυπώνει κι αυτό είναι που κάνει τα ποιήματά του τόσο ενδιαφέροντα. Ο Παυλόπουλος δημιουργεί με λιτά εκφραστικά μέσα τα ποιητικά του αινίγματα που καλούν τον αναγνώστη σε μια καίρια πνευματική αναζήτηση απαντήσεων.

Οι κύριες προτάσεις με τη νοηματική τους σαφήνεια επιτρέπουν στον αναγνώστη να εισχωρήσει στο αφηγηματικό ξεδίπλωμα του ποιήματος και να εμπλακεί στην αναζήτηση του ποιητή. Δημιουργούν, παράλληλα, μια αίσθηση οικειότητας καθώς ο λόγος του ποιητή ακούγεται απλός και καθημερινός, χωρίς την ποιητικότητα εκείνη που κάποτε δυσχεραίνει την κατανόηση του νοήματος και αποθαρρύνει τους αναγνώστες.

Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;

Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι φτιαγμένη με απλά υλικά, ο ποιητής αυτός δεν επιδίδεται σε λυρικά λεκτικά παιχνίδια, προτιμά να περάσει με τους στίχους του ένα μήνυμα, όσο απλό κι αν είναι αυτό ή να δημιουργήσει ένα μικρό αίνιγμα για τον αναγνώστη. Ο Παυλόπουλος είναι λιτός στη γραφή του καθώς γνωρίζει καλά πως ακόμη και με τις πιο απλές λέξεις μπορούν δημιουργηθούν αξιόλογα ποιήματα, αρκεί το περιεχόμενο του ποιήματος να είναι ικανό να διεγείρει τη φαντασία και τη σκέψη του αναγνώστη.
Στα Αντικλείδια ο Παυλόπουλος μας προσφέρει τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής του, λιτότητα στην έκφραση, φυσικότητα του ποιητικού λόγου, κυριαρχία του πεζολογικού τόνου και μια παραστατική απόδοση της σκέψης του που επιτυγχάνεται μέσω του συμβολισμού. Παράλληλα, ο ποιητής επιδίδεται σε μια αγαπημένη του τακτική η οποία συνίσταται στη δημιουργία ενός αντιφατικού συνδυασμού που παγιδεύει τη σκέψη του αναγνώστη σε μια κυκλική πορεία όπου δεν υπάρχει μια σαφής διέξοδος. Η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή, αλλά μάταια θα επιχειρήσει κανείς να τη διαβεί καθώς τελικά είναι -και πάντοτε ήταν- κλειστή. Ο ποιητής αρέσκεται στο να προβάλλει τις εύλογες αντιφάσεις της ζωής και της τέχνης μέσα από τέτοιους παράδοξους συνδυασμούς. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό το στοιχείο είναι και το υπέροχο ποίημά του «Το παιδί και οι ληστές»:

Το παιδί και οι ληστές

Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του
πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές.
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε να τον κάνουμε ληστή.
Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
Κάθε νύχτα το παιδί τρελό απ’ το φόβο του
μες από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους
τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
Κι εκείνη το ‘παιρνε και το χάιδευε.
το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:
Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του
πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές.
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε να τον κάνουμε ληστή.
Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
Κάθε νύχτα το παιδί τρελό απ’ το φόβο του
μες από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους
τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
Κι εκείνη το ‘παιρνε και το χάιδευε.
το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:
Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του
πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές...

Ο ποιητής παγιδεύει τον αναγνώστη του σ’ έναν αέναο κύκλο όπου η αρχή συμπίπτει με το τέλος και το τέλος με την αρχή, θέλοντας να δηλώσει την άρρηκτη σχέση μεταξύ των πραγμάτων αλλά και τη συνύπαρξη αντιφάσεων σε κάθε κατάσταση της ζωής.
Στα Αντικλείδια γίνεται σαφής η πρόθεση του ποιητή να προβληματίσει τον αναγνώστη επισημαίνοντας τη διττή φύση της ποίησης, η οποία αν και είναι πάντοτε διαθέσιμη ως μέσο έκφρασης δεν είναι ποτέ προσβάσιμη, υπό την έννοια ότι είναι δύσκολο να κατακτηθεί η τέχνη αυτή.
Πέρα πάντως από την ειδικότερη νοηματική διάσταση του ποιήματος, μπορούμε να διακρίνουμε την ιδιαίτερη χρήση του συμβόλου της πόρτας, στο οποίο ο ποιητής παίζει με την παράλληλη δυνατότητα μιας πόρτας να ανοίγει και να κλείνει. Το σύμβολο αυτό βοηθά τον ποιητή να εκφράσει την άποψή του για την ποίηση με τρόπο παραστατικό και σαφή.
Εύκολα διακρίνει κανείς στην ποίηση του Παυλόπουλου την επίδραση του καβαφικού κόσμου, τόσο στη χρήση των συμβόλων όσο και στην πεζολογική έκφανση του ποιητικού λόγου. Ο Παυλόπουλος δημιουργεί, όπως και ο Καβάφης, ποίηση με πεζολογικά εκφραστικά μέσα, καθώς σκοπός του ποιητή δεν είναι η δημιουργία λυρικών εικόνων ή η απόλαυση του λεκτικού πλούτου και των ηχητικά καλαίσθητων συνδυασμών, σκοπός του είναι η απόδοση ενός μηνύματος που ο ποιητής θεωρεί σημαντικό για τον αναγνώστη. Διαβάζοντας τα Αντικλείδια έχουμε την αίσθηση πως ακούμε τον ποιητή να μας απευθύνει το λόγο, να μας εξηγεί τις θέσεις του σχετικά με την ποίηση και να μοιράζεται μαζί μας τους προβληματισμούς του. Το ποίημα αυτό του Παυλόπουλου κινείται στα όρια του καθημερινού λόγο, όχι γιατί ο ποιητής δεν μπορεί να στηρίξει μια λυρικότερη έκφραση, αλλά γιατί επιθυμεί κυρίως να ακουστεί η σκέψη του χωρίς να καλύπτεται από περιττούς λεκτικούς ακκισμούς. Η ποίηση, άλλωστε, όπως μας έχει διδάξει και ο Καβάφης μπορεί να γεννηθεί ακόμη και μέσα από μια διατύπωση σχεδόν αντιποιητική. Η απλότητα άλλωστε στο λόγο του Παυλόπουλου δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απλότητα του μεταδιδόμενου μηνύματος, καθώς οι προβληματισμοί του Παυλόπουλου συχνά προχωρούν πέρα από το προφανές και το εύλογο, δυσκολεύοντας έτσι τις επιφανειακές προσεγγίσεις.

Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;

Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι κυρίως αφηγηματική καθώς η συνήθης τάση του ποιητή είναι να περνά το μήνυμά του μέσα από την οπτική γωνία ενός αφηγητή που μας διηγείται την ιστορία του ή μια ιστορία. Τα ποιήματά του, επομένως, αποτελούν σύντομες διηγήσεις, όπου συναντάει κανείς μια υποτυπώδη πλοκή και αρκετά ενδιαφέρουσες ανατροπές. Τις ιστορίες του μάλιστα ο ποιητής της παρουσιάζει συνήθως υπό τη μορφή εικόνων ή κινηματογραφικών πλάνων, φροντίζοντας να μας καθοδηγεί κάθε φορά στη δημιουργία της κατάλληλης εικόνας, ώστε να δούμε το ξεδίπλωμα της ιστορίας όπως ο ίδιος το έχει πλάσει στη σκέψη του. Είναι ενδιαφέρον παράλληλα το γεγονός ότι ο Παυλόπουλος δεν επιδιώκει να μεταφέρει την ιστορία του με τη χρήση ενός αμιγώς λυρικού λεξιλογίου, απεναντίας προτιμά τις απλές καθημερινές λέξεις, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση οικειότητας στον αναγνώστη. Στα Αντικλείδια συναντάμε στίχους όπως: «κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι», στους οποίους κυριαρχεί η καθημερινή φράση και το ύφος είναι περισσότερο πεζολογικό παρά ποιητικό. Σημασία, άλλωστε, για τον ποιητή έχει να περάσει το μήνυμά του και όχι να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με τη λεξιλογική του εμβρίθεια και τη δυνατότητά του να χειρίζεται τον ποιητικό λόγο. Ο Παυλόπουλος ανήκει στους ποιητές που δε νιώθουν την ανάγκη να μεγαλουργήσουν σε λυρικό επίπεδο, καθώς πιστεύουν ότι εκείνο που έχουν να μοιραστούν με τους αναγνώστες τους, σε επίπεδο περιεχομένου, είναι σαφώς σημαντικότερο. Για το λόγο αυτό η ιστορία του ποιήματος μας δίνεται με λιτό τρόπο, σχεδόν σαν να μας μιλά ο ποιητής και επικεντρώνεται περισσότερο στην ουσία του μεταφερόμενου μηνύματος.
Στο συγκεκριμένο ποίημα η ιστορία που μας παρουσιάζεται αναφέρεται στις προσπάθειες που γίνονται διαχρονικά από τους ποιητές να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης για να μπορέσουν να εισέλθουν στον ποιητικό κόσμο που τόση μαγεία έχει να προσφέρει στους μυημένους. Οι προσπάθειες αυτές έχουν ξεκινήσει από τότε που υπάρχει ο κόσμος μα δεν είναι επιτυχείς καθώς η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή.
Η ιστορία αυτή μας δίνεται από έναν αφηγητή που έχει συνολική εποπτεία τόσο του χώρου όσο και του χρόνου των προσπαθειών που έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται για να ανοιχτεί η πόρτα της ποίησης. Η γνώση του αφηγητή σχετικά με την αξία της ποίησης και τις τόσες προσπάθειες που γίνονται από τους ποιητές για να μπορέσουν να κατακτήσουν τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που αφηγείται δεν μπορεί παρά να έχει ασχοληθεί σε μεγάλο βαθμό με την ποίηση και πιθανότατα να είναι και ο ίδιος ένας ποιητής. Ενδεικτικό, ως προς την άμεση σχέση του αφηγητή με την ποιητική δημιουργία, είναι το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του σε αυτούς που προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης: «Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.» Ο αφηγητής μιλώντας για τις διαχρονικές προσπάθειες των ποιητών δε λέει για να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης, αλλά επιλέγει να πει για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης, εντάσσοντας και τον εαυτό του σε αυτούς που επιχειρούν ή έστω ενδιαφέρονται πάρα πολύ για το άνοιγμα της σημαντικής αυτής πόρτας. Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο μιλά για τις αγωνιώδεις προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το κατάλληλο αντικλείδι, αποκαλύπτει μια εναργέστερη εμπλοκή με την προσπάθεια αυτή και μια ιδιαίτερη γνώση της αφοσίωσης και της αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζει όσους υπηρετούν την ποιητική τέχνη.

«Το ποίημα είναι αφήγηση ενός προσώπου - δεν ενδιαφέρει νομίζω αν ταυτίζεται ή όχι με τον ποιητή∙ η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν, αλλά μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες διαδικασία απόπειρας να παραβιασθεί η ανοιχτή πόρτα της ποίησης. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται στο ποίημα ως υποκείμενο ενός άμεσου πρώτου ρηματικού προσώπου∙ τα όσα λέγει διεκδικούν την εγκυρότητα του αντικειμενικού, αυτού που αορίστως επαναλαμβανόμενο συμβαίνει και που περιγράφεται στο ποίημα από ένα πρόσωπο που διαθέτει μία συνολική εποπτεία στον χώρο - που είναι ο κόσμος -το σύμπαν- και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος.» Τασούλα Καραγεωργίου, «Τα αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου μια διδακτική δοκιμή», Γράμματα και Τέχνες.

Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;

Ο Παυλόπουλος επιλέγει τη διαμόρφωση του ποιητικού του λόγου με τα πλέον σαφή και λιτά εκφραστικά μέσα. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, η χρήση καθημερινών εκφράσεων και παράλληλα η -σχεδόν πλήρης- έλλειψη επιθέτων και σχημάτων λόγου προσφέρουν στην ποίηση του Παυλόπουλου μια εκπληκτική σαφήνεια. Ο αναγνώστης έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα λόγο πολύ κοντά στην καθημερινή ομιλία που του επιτρέπει την άμεση πρόσληψη του μεταφερόμενου μηνύματος, παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα η προσέγγιση του ποιητικού νοήματος προσκρούει στην αινιγματική παρουσίαση της ποίησης. Ο Παυλόπουλος συχνά στην ποίησή του αναδεικνύει τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν ακόμη και σε έννοιες ή καταστάσεις που φαινομενικά δείχνουν ξεκάθαρες, ενώ παράλληλα αρέσκεται στην παρουσίαση δραματοποιημένων ιστοριών που καταλήγουν σε μια διλημματική ή και αινιγματική προσέγγιση.
Στα Αντικλείδια η πόρτα της ποίησης είναι ανοιχτή μα παράλληλα απροσπέλαστη καθώς στην πραγματικότητα δεν άνοιξε ποτέ. Ο βασικός προβληματισμός του ποιήματος, παρά το γεγονός ότι παρέχεται στον αναγνώστη με σαφή και λιτό τρόπο, παραμένει δυσεπίλυτος, καθώς πράγματι η πόρτα της ποίησης, δηλαδή η γνώση της ποιητικής τέχνης δεν είναι εύκολο να κατακτηθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση δεν είναι πάντοτε διαθέσιμη ως μέσο έκφρασης για κάθε πιθανό ενδιαφερόμενο.
Η αντίφαση, άλλωστε, που δημιουργείται στα πλαίσια της αλληγορικής παρουσίασης της Ποίησης -μια πόρτα που μένει πάντοτε κλειστή, ενώ είναι πάντοτε ανοιχτή-, δημιουργεί την αίσθηση πως το νόημα του ποιήματος παραμένει «φευγαλέο».

Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;

Το κλειδί για την πόρτα της ποίησης, σύμφωνα με τον Παυλόπουλο, δεν μπορεί να βρεθεί μιας και κανείς δε γνωρίζει ποιος το έχει. Η εύρεση του κλειδιού, άλλωστε, θα σήμαινε ότι κάποιος θα μπορούσε να κατακτήσει πλήρως την τέχνη της ποιήσεως, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να συμβεί. Ο Παυλόπουλος εκφράζει την άποψη ότι είναι αδύνατο να γνωρίσει κάποιος τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, υπό την έννοια ότι η ποίηση είναι στην ουσία μια τέχνη που δεν μπορεί να προσδιοριστεί και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στην ολότητά της. Η ποίηση ήταν και παραμένει μια απρόσιτη μορφή δημιουργίας, που ενώ έχει την ικανότητα να μαγεύει τους ανθρώπους με την αρμονία της, δεν επιτρέπει εντούτοις την οριοθέτηση και την κατάκτησή της.
Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι επίδοξοι ποιητές είναι να δημιουργούν τις ποιητικές του απόπειρες με την ελπίδα ότι κάποιο από τα έργα τους θα κριθεί αρκετά αξιόλογο. Τα αντικλείδια, επομένως, αποτελούν τις προσπάθειες των ποιητών ή επίδοξων ποιητών να προσεγγίσουν την ποίηση, ανάλογα με το πώς ο καθένας την αντιλαμβάνεται και ανάλογα πάντα με τις δυνατότητές του. Τα αντικλείδια είναι τα ποιήματα που έχουν κατά καιρούς γραφτεί, είναι παράλληλα οι ποιητικές προσπάθειες που δεν απέδωσαν, είναι τελικά ο κορμός του ποιητικού έργου. Η ποίηση είναι άλλωστε απρόσιτη, σε όποιον θεωρήσει ότι μπορεί να γνωρίσει σε βάθος τα μυστικά της, αλλά είναι παράλληλα προσιτή σε όλους. Ο Παυλόπουλος δηλαδή παρόλο που αρνείται τη δυνατότητα σε κάποιον να κατακτήσει απόλυτα την ποίηση, δεν αρνείται εν γένει τη δημιουργία της ποίησης. Τα αντικλείδια είναι η προσφορά όλων των ποιητών που έχουν κατά καιρούς ασχοληθεί με την τέχνη αυτή κι ενώ κανείς από αυτούς δεν έφτασε στο σημείο να αποκτήσει το κλειδί, εντούτοις ο καθένας προσέφερε και κάτι στη συλλογική γνώση της ποίησης. Ίσως η προσφορά κάθε ποιητή να ήταν μόλις ένα ακέραιο ποίημα, ίσως πάλι να ήταν μόνο μερικοί άρτιοι στίχοι, σε κάθε περίπτωση πάντως το ποιητικό έργο που βρίσκεται πίσω από την πόρτα της ποίησης δημιουργήθηκε σταδιακά από όλους εκείνους που ο καθένας μόνος του απέτυχε να ανοίξει την πόρτα, αλλά όλοι μαζί κατόρθωσαν να δώσουν ζωή σε ό,τι σήμερα εμείς αποκαλούμε ποίηση.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης, ¨Ο Ελεγκτής" (1958)





Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Με καταγωγή από την Ύδρα, γεννήθηκε το 1919 στην Αθήνα και ήταν δισέγγονος του ναυάρχου του 1821 Γ. Σαχτούρη. Το 1937 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή, αλλά την εγκατέλειψε, για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποιητική παραγωγή: «όταν πέθανε ο πατέρας μου το 1939 και ξέσπασε ο πόλεμος το ΄40, πήρα κι έκαψα όλα τα πανεπιστημιακά μου βιβλία. Είπα: Τέρμα η Νομική! Τα ΄καψα τρόπος του λέγειν· τα πιο πολλά τα πούλησα ή τα αντάλλαξα με γαλλικά βιβλία, συλλογές ποιημάτων. Και έκτοτε δόθηκα απερίσπαστος, χωρίς αναστολές, στην ποίηση».

Το 1943 γνωρίστηκε με τον Νίκο Εγγονόπουλο, μια συνάντηση που στάθηκε καθοριστική για τον ποιητή Σαχτούρη. Τα εικαστικά στοιχεία στην ποίησή του είναι κυρίαρχα. Ομολογεί ο ίδιος: «Η ζωγραφική με βοήθησε πολύ στην ποίησή μου. Ορισμένα ποιήματά μου βγήκαν από οράματα ζωγράφων που είχα δει και από εικόνες εν γένει. Αλλά αγαπώ και τη ζωγραφική σαν ζωγραφική. Αν δεν ήμουν ποιητής, θα ήθελα να είμαι ζωγράφος. Αυτά που ζωγραφίζω εγώ είναι ποιήματα, δεν είναι ζωγραφιές […]. Πολλές πικρίες ξεπέρασα με την εκτόνωση που κάνω γράφοντας αυτά τα ποιήματα»

Η εποχή που έζησε είναι ολόκληρος ο 20ος αιώνας: βίωσε την τραγική διάψευση της μικρασιατικής καταστροφής, τους σφαγιασμούς του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, τον ψυχρό πόλεμο και τις διεκδικήσεις ή τις διαψεύσεις για έναν δικαιότερο κόσμο. «Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα», και αλλού «Η ποίησή μου είναι μια συνεχής αυτοβιογραφία. Μοιάζει – και πρέπει να διαβάζεται – σαν ένα είδος υποσυνείδητου ημερολογίου της ζωής μου ως σήμερα», λέει χαρακτηριστικά.

Στην αρχή τουλάχιστον της μακρόχρονης πορείας του κατακρίθηκε από πολλούς, ειδικά από τους ποιητές της γενιάς του ’30. Τιμήθηκε με τρία βραβεία: Το 1956 με το Α' Βραβείο του διαγωνισμού «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα». Πέθανε το 2005.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ

·          αντιηρωικός ποιητής, εκφραστής και απολογητής της κατακερματισμένης και καθημαγμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Ο διαρκής στοχασμός του πάνω στην έννοια της οδύνης, ως βαθύτερης ουσίας και μοίρας της ανθρώπινης ύπαρξης, οδήγησε σε μια λιτή και ξεκάθαρη χαρτογράφηση του εσωτερικού πόνου του σύγχρονου ανθρώπου.

·          απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό.

·          οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν περισσότερο τον εξπρεσιονισμό.

·          υπερτονίζει το παράλογο, ενώ από τον Υπερρεαλισμό από τον οποίον ξεκίνησε, κρατά την τολμηρή φαντασία και την παραίσθηση. «Το έχω τονίσει επανειλημμένα, ο υπερρεαλισμός έδρασε πάνω μου σαν καταλύτης. Με λευτέρωσε στην ποίηση και στη ζωή, αλλά δεν μπορώ να πω ότι η ποίησή μου είναι υπερρεαλιστική. Η ποίησή μου είναι ιδιότυπα δραματική και λυρική», δήλωνε ο ίδιος. (περιοδικό Τέταρτο, Μάρτιος 1987).

Το παράλογο δίνεται μέσω των παρακάτω τεχνικών:

παραμορφωτικά έγχρωμα σχήματα (ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν’ ο ουρανός)

αμφίδρομη κίνηση με αναιρετικό χαρακτήρα (ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν΄ ο ουρανός/ και λίγο χιόνι )

ασύμβατη συνύπαρξη λέξεων που αναιρούν κάθε λογική λεκτική αναμονή (κληρονόμος πουλιών)

αφύσικοι μετασχηματισμοί που ανατρέπουν ακόμη και τη συμπαντική τάξη (έσφιξα τα σχοινιά μου/ πρέπει και πάλι να ελέγξω τ΄ αστέρια).

ποιητής του ατομικού άγχους, αλλά μέσα στο έργο του είναι διάσπαρτος ο απόηχος του άγχους μιας ολόκληρης εποχής.

Όμως, η ποίησή του δεν είναι απαισιόδοξη. («Πάντα θα 'χουμε ανάγκη από ουρανό»).

ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινής πραγματικότητας.

ποίηση εικονιστική, με πολλά εικαστικά στοιχεία (μορφικά θυμίζει την κυβιστική ζωγραφική: σχήματα παραμορφωμένα, δυνατά χρώματα, αιφνιδιαστικοί συνδυασμοί).

εικόνες με αντιθετική συναρμογή και μεταφορική λειτουργία. απλή γλώσσα, λιτό λεξιλόγιο.

τίτλος ποιήματος: συνήθως έναρθρο προσηγορικό ουσιαστικό.

κατασκευή μικρών ποιημάτων, που ακολουθούν το σχήμα: εμπειρική αφορμή, μετασχηματισμός της εμπειρίας σε ποιητική φαντασίωση και ολοκλήρωση, τελική παραγωγή της ποιητικής εμπειρίας. Έτσι προκύπτουν τα σταθερά δομικά στοιχεία της ποίησής του:

μια ιστορία-μήνυμα

η σκηνική διάρθρωση

και η ιδεοπλαστική εικόνα(εικόνα/ζωγραφιά, που εκφράζει μια ιδέα)

Για τον ποιητή ο μεταπολεμικός τεχνολογικός πολιτισμός προξένησε στον άνθρωπο ψυχική και πνευματική αλλοτρίωση, προκαλώντας κρίση και παρακμή των ουσιαστικών αξιών και νοημάτων της ανθρώπινης ζωής. Ο Σαχτούρης δεν μπόρεσε ποτέ να ανεχθεί τις κατεστημένες λογικές συμβάσεις, τα ευδαιμονικά μοντέλα προόδου και τις υποκριτικές ηθικές επιταγές, που συνόδευσαν τον μοντέρνο πολιτισμό. Αντιμετώπισε τον πολιτισμό της εποχής του ως ένα εφιαλτικό, σκοτεινό, απειλητικό και καταπιεστικό για τις πνευματικές αξίες της ανθρώπινης ζωής περιβάλλον, που του προκαλούσε οδύνη, δέος, ανησυχία, άγχος και αγωνία.

Ο Σαχτούρης, αν και βρίσκεται στον αντίποδα του πραγματικού σύγχρονου κόσμου του, δεν επιδιώκει την ανατροπή του, ούτε χρησιμοποιεί μια ενεργή επιθετικότητα. Ο αμυντικός του λόγος δεν ενδίδει στην ευκολία των κραυγαλέων καταγγελιών. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να βγάλει τον σπαραγμό μπροστά στην κρίση του μοντέρνου πολιτισμού. Στην ποίηση του Σαχτούρη οι δύο κόσμοι δε διαλέγονται, αλλά ούτε συγκρούονται. Μένουν χωριστοί και ακέραιοι ως δύο διαφορετικά συστήματα ζωής, συγκροτώντας ένα ενιαίο ποιητικό κοσμικό σύνολο για τον ποιητή.

Στην αντιπαράθεση των δύο κόσμων της ποίησης του Σαχτούρη ο εσωτερικός κόσμος παρουσιάζεται ως ένας θετικά

σημασιοδοτημένος κόσμος ονειρικός, φανταστικός, πνευματικός και επουράνιος: «Πάντα θα’ χουμε ανάγκη από ουρανό» («Το Αεροπλάνο») «Ας μη το κρύβουμε /Διψάμε για ουρανό/» («Το Ψωμί», «Τα Φάσματα»). Στον αρνητικά

σημασιοδοτημένο επίγειο κόσμο της εξωτερικής πραγματικότητας το ανθρώπινο πνεύμα συναντά την πίκρα και την τραγωδία. Αντίθετα, στον επουράνιο κόσμο βρίσκει τη λύτρωση και τη δικαίωση, την πνευματική ανύψωση, δηλαδή όλα αυτά τα οποία στερείται στον γήινο κόσμο. Η αντιπαραβολή είναι σαφής: «/Τ’ Αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον/ κόσμο/ είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα-ένα /στον ουρανό/» («Τ’ Αδέρφια μου», «Τα Φάσματα»). Ό,τι κακό συμβαίνει γίνεται στο γήινο επίπεδο: «Οι μεγάλοι σιδερένιοι δρόμοι κάτω/ τόσο πολύ πίκρα μας πότισαν/» («Έμεινε», «Το Σκεύος»), «/.. ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο/ και μέσα φαίνονταν/ τα σφυριά και τα μαχαίρια/» («Το Μαρτύριο», «Τα Φάσματα»).

Λογοτεχνικά ρεύματα που επηρέασαν την ποίησή του Υπερρεαλισμός: κίνημα που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1920.      Χαρακτηριστικά:

·          Οι υπερρεαλιστές είναι έντονα επηρεασμένοι από την ψυχανάλυση. Εκφράζουν στην ποίηση και στην τέχνη γενικότερα τις διαδικασίες του υποσυνείδητου. Σύμφωνα μ’ αυτούς ο άνθρωπος δεν πρέπει να μένει εγκλωβισμένος στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, αλλά να χρησιμοποιεί τη φαντασία, το όνειρο, το ασυνείδητο, σπάζοντας τα δεσμά του ρεαλισμού, της αληθοφάνειας.

·          Αυτόματη γραφή με την οποία ο δημιουργός γράφει χωρίς καμιά επέμβαση της λογικής. Απόλυτη ελευθερία στο λεξιλόγιο και τη στιχουργική.

·          Απρόσμενοι συνδυασμοί λέξεων.

·          Εντυπωσιακές εικόνες.

Νεοϋπερρεαλισμός:

Ο Σαχτούρης έχει υπερβεί το υπερρεαλιστικό κίνημα και εντάσσεται στο χώρο των νεοϋπερρεαλιστών ή μεταϋπερρρεαλιστών ποιητών (γεννήθηκαν 1920-30):

Γνωρίσματα:

·          ερμητισμός / κρυπτικότητα

·          το στοιχείο του παραλόγου, που εκφράζεται και στη μορφή του ποιήματος

·          αλλότροπη / απρόσμενη σύνδεση μη αναμενόμενων εικόνων

·          τραγική αίσθηση της ζωής, σε αντίθεση με την αισιόδοξη στάση ζωής που είχαν οι μεσοπολεμικοί υπερρεαλιστές, τουλάχιστον στην αρχή της ποιητικής τους πορείας.

Ο  νεοϋπερρεαλιστής, επηρεασμένος και από τη γύρω του πραγματικότητα, δε θεωρεί τη γλώσσα ως μέσο με το οποίο θα προκαλέσει έκπληξη (όπως συνέβαινε με τους υπερρεαλιστές του μεσοπολέμου) , αλλά ως όργανο που θα τον βοηθήσει να συλλάβει και να εκφράσει την εφιαλτική πραγματικότητα που υπάρχει γύρω του. Ο Σαχτούρης δεν καταφεύγει στη λογική αποδιάρθρωση του ποιήματος μέσω ελεύθερων συνειρμών, αλλά φτιάχνει μια αφηγημένη ιστορία που οριοθετείται συχνά με έναν επιγραμματικό τίτλο (ο ελεγκτής, ο εφιάλτης, η πόρτα) και στην οποία οι εικόνες προσπαθούν να αποδώσουν το προσωπικό εφιαλτικό όραμα. Κάθε ποίημα είναι μια μικρή ιστορία, που μέσα από τρία ή τέσσερα αλλεπάλληλα επεισόδια – εικόνες εκφράζει κάποιο μήνυμα.

   Εξπρεσιονισμός:

Όρος που χρησιμοποιήθηκε πρώτα για τη ζωγραφική, στις αρχές του 20ου αιώνα. Στόχος των ζωγράφων η απομάκρυνση από την αναπαράσταση της εξωτερικής πραγματικότητας και η προβολή του εαυτού τους και μιας καθαρά προσωπικής άποψης του κόσμου. Στη λογοτεχνία ο όρος πρέπει να χρησιμοποιείται με σύνεση. Ως βασικές αρχές στη λογοτεχνία έχει:

·          την έκφραση εσώτερων ψυχολογικών καταστάσεων.

·          τον προσδιορισμό της μορφής (εικονοποιία, στίξη, σύνταξη κλπ ) από την έκφραση, ηχητικές και χρωματικές αποτυπώσεις.

·          χρήση μεταφοράς και εικόνας.

·          φανταστική απεικόνιση του κόσμου και του παράλογου.

Ο  Σαχτούρης θα αντλήσει από τον εξπρεσιονισμό την ελεύθερη χρήση της εικόνας, τη διαμαρτυρία που φαίνεται παντού, στις μορφές, στα πρόσωπα, στα αντικείμενα. Ο τρόπος με τον οποίο απεικονίζει τις μορφές του φανερώνει φρίκη, προβάλλει το φανταστικό και το παράλογο έναντι του λογικού και τα θέματά του πηγάζουν από τον πόλεμο, την απόγνωση του ανθρώπου μπροστά στις μηχανές (όλα τα παραπάνω αποτελούν θέματα του εξπρεσιονισμού). Ο Σαχτούρης γεμίζει την ποίησή του με έντονα χρώματα, που αποτελούν σύμβολα (κόκκινο- φόνος, μαύρο-σκοτάδι, λευκό-ερημιά), και μέσα από τις παραμορφωμένες, εφιαλτικές του μορφές προσπαθεί να εκφράσει τον δικό του πόνο που του προκαλεί η πραγματικότητα. Τα ποιήματά του είναι κραυγές!

Υπαρξιακή ποίηση

·          κινείται ανάμεσα στον κοινωνικό προβληματισμό και την υπαρξιακή εμπειρία, με κύριο χαρακτηριστικό την αγωνία για την τύχη του μεταπολεμικού ανθρώπου.

·          ιδεολογική φόρτιση του ποιητικού λόγου.

·          υπαρξιακές ανησυχίες: άγχος, φόβος, (κυρίως ο φόβος του θανάτου).

·          αβεβαιότητα, αίσθηση αδιεξόδου.

·          τραυματικές εμπειρίες της ιστορίας, διάψευση των οραμάτων.

·          η φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου.

·          η κοινωνική λειτουργία της ποίησης.

·          η πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού.



·          αρχετυπικοί συμβολισμοί (όπως στο Σαχτούρη ο ουρανός, το φεγγάρι, ο κήπος).

Γενικότερα ο Σαχτούρης από τον υπαρξισμό αντλεί την αγωνία για τη ζωή και τη θέση του ποιητή σε έναν κόσμο εφιαλτικό.

c Παρά τις παραπάνω επιδράσεις, η ποιητική φυσιογνωμία του Σαχτούρη είναι ξεχωριστή και έχει κατακτήσει τον δικό της προσωπικό ποιητικό χώρο. Απορρίπτει την αντίληψη ότι τα ποιήματά του είναι απαισιόδοξα και είχε πει ότι αυτά «μοιάζουν με μάσκες αφρικανικές, που ξορκίζουν το κακό και το θάνατο».

Ρεαλισμός.

Ο Σαχτούρης προσπαθεί να αποδώσει την εποχή του. Παρακολουθεί τη δοκιμασία του μεταπολεμικού ανθρώπου. Νιώθει υπεύθυνος για την πραγματικότητα που βιώνει και το χρέος αυτό αποτελεί έμπνευση, αφορμή αλλά και το περιεχόμενο της ποίησής του. Στόχος του όμως δεν είναι τα συγκεκριμένα βιώματα, αλλά θέλει να αποδώσει καθολικότητα και διαχρονικότητα στην έκφρασή του. Ο εφιάλτης του γίνεται ένας διαρκής εφιάλτης χωρίς θεραπεία.

Μ. Σαχτούρη, Ο Ελεγκτής, ερμηνευτική προσέγγιση 
Θέμα του ποιήματος: το χρέος του ποιητή να περιφρουρεί τις υψηλές αξίες και να οδηγεί τους ανθρώπους στον πνευματικό κόσμο.

Η  συλλογή « Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958)

Η  λέξη «φάσματα», σύμφωνα με το Μαρωνίτη, σημαίνει τα είδωλα, τα φαντάσματα ή τους ιριδισμούς των χρωμάτων. Πρόκειται για τα φαντάσματα της τραγικής πραγματικότητας της μετεμφυλιακής Ελλάδας και, αν δούμε τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία (φάσμα = αυτό που φαίνεται ή η ανάλυση και η χρωματική διασπορά του φωτός), σημαίνει την απεικόνιση με εικόνα ποιητική του εφιαλτικού ειδώλου της πραγματικότητας που ζει ο ποιητής και ο τόπος του. Ο ποιητής φεύγει από αυτήν την αντιποιητική πραγματικότητα που βιώνει, από την οποία απουσιάζει κάθε χαρά. Η χαρά βρίσκεται «στον άλλο δρόμο», όπως υποδηλώνει το δεύτερο μισό του τίτλου της συλλογής. Η χαρά, η πραγματική ζωή των υψηλών ιδανικών, βρίσκεται σε άλλη πραγματικότητα, σε άλλον «ουρανό», που πιθανότατα είναι η ποίηση και τα οράματά της για ένα καλύτερο αύριο. Ο χώρος που τεκταίνονται τα δρώμενα είναι ο «άλλος δρόμος» (χαρακτηριστικό της ποίησης του Σαχτούρη η διάσταση του διπλού, η ύπαρξη δυο πραγματικοτήτων). Οι εικόνες του δεν είναι μόνο βιώματα ή φαντασίες (φάσματα – είδωλα) αλλά «κοιτούν» σ’ αυτήν την άλλη πλευρά, στον «άλλο δρόμο», που καλείται να διατηρήσει ζωντανές τις ηθικές αξίες και να προστρέξει σε μια ανώτερη ζωή. Η ποίηση δίνει την ευκαιρία να νιώσει και εκφράσει ο δημιουργός και ο αναγνώστης τους συλλογικούς και αιώνιους πόθους του ανθρώπου, προσπερνώντας την κατακρεουργημένη ανθρωπότητα.

Ο  τίτλος του ποιήματος

Ο  τίτλος του ποιήματος ορίζει το χώρο του, ώστε ο αναγνώστης να προετοιμαστεί για την είσοδό του στο μαγικό κόσμο της ποίησης. Ορίζει συγχρόνως και το χρέος του ποιητή, που είναι η αποκατάσταση της επικοινωνίας των ανθρώπων με τον «ουρανό», τον χώρο όπου διαφυλάσσονται οι αξίες, τα πνευματικά αγαθά.

Ο  ποιητής ως ελεγκτής των αστεριών διαμεσολαβεί μεταξύ ουρανού και γης, προσπαθώντας να βοηθήσει στο να φτάσει το φως των αστεριών στη γη, το φως της ελπίδας για έναν ομορφότερο και δικαιότερο κόσμο στη σκληρή και απάνθρωπη γήινη πραγματικότητα. Ο τίτλος συνδέεται άμεσα και συμβολικά με το περιεχόμενο του ποιήματος, αναφερόμενος στη συνειδητή αποστολή του ποιητή να διατηρήσει ζωντανή την αντίσταση στο ηθικό σκοτάδι.

Ο   τίτλος του ποιήματος απαρτίζεται, κατά τη σαχτουρική συνήθεια, από ένα έναρθρο προσηγορικό ουσιαστικό. Η λεκτική εκφορά του, λοιπόν, (με το οριστικό άρθρο που συνοδεύει το ουσιαστικό, το οποίο δηλώνει το υποκείμενο κάποιας ενέργειας- του ρόλου του ποιητή) μας επιβάλλει να δεχτούμε: α) μιαν υποχρεωτικότητα και β) την αυστηρά καθορισμένη ιδιότητα του ποιητικού υποκειμένου, που έχει μια πολύ ξεκάθαρη αποστολή.

Η χρήση προσηγορικών ονομάτων για τιτλοφόρηση του ποιήματος είναι συνηθισμένη στην ποίηση του Σαχτούρη. Έτσι δημιουργείται μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα η οποία όμως θα δώσει τη θέση της σε εικόνες πλασμένες από τη φαντασία με φανερή την επιρροή του υπερρεαλισμού. Ο τίτλος, αποτελούμενος από το οριστικό άρθρο και το ουσιαστικό (όπως συμβαίνει και σε άλλα ποιήματα του Σαχτούρη π.χ Η Αποκριά, Ο Συλλέκτης, Ο Στρατιώτης ποιητής) ορίζει το χώρο, ώστε να προετοιμαστεί ο αναγνώστης να μπει στο μαγικό κόσμο του ποιήματος και να παρακολουθήσει τη μικρή του ιστορία. Η οριστικοποίηση στόχο έχει και να μεταφέρει πιο άμεσα τον αναγνώστη στο κλίμα του έργου και να συγκεκριμενοποιήσει τον ελεγκτή, ότι δηλαδή πρόκειται για τον ίδιο τον ποιητή κι όχι για οποιονδήποτε άλλο που θα μπορούσε να φέρει το χαρακτηριστικό αυτό μεταφορικά ή κυριολεκτικά.

Η  δομή του ποιήματος

Μόνιμα στοιχεία στην ποίηση του Σαχτούρη είναι: μία ιστορία-μήνυμα, οι ιδεοπλαστικές εικόνες και η σκηνική διάρθρωση.
·          Η ιστορία – μήνυμα: είναι ο ρόλος του ποιητή και η ευθύνη που αυτός έχει.

·          Οι ιδεοπλαστικές εικόνες: Οι εικόνες του παρουσιάζονται ως στοιχεία της καθημερινότητας, του γήινου και πραγματικού κόσμου, που επεκτείνονται στον ουράνιο και φανταστικό κόσμο δημιουργώντας το ποιητικό φαινόμενο. Το ποίημα αποτελείται από τρεις ιδεοπλαστικές εικόνες- σκηνές:

1.     ο κακοποιημένος ουρανός (στ. 1-3)

2.     ο ουράνιος μηχανοδηγός-ποιητής-ελεγκτής (στ. 4-6)

3.   ο ποιητής ως ιερό πτηνό, χτυπημένο όμως, που πρέπει να εκτελέσει την αποστολή του (στ. 7-11)

Κάθε εικόνα βασίζεται σε συνειρμούς, είναι σχετικά αυτόνομη και συμπυκνώνει μια μικρή ιστορία. Η τελευταία εικόνα διευρύνεται, για να συμπεριλάβει και τις άλλες: Ο ποιητής με «σπασμένα φτερά» πετάει μέχρι τον «ουρανό», που και αυτός όμως είναι ματωμένος.

·          Η σκηνική διάρθρωση: Οι σκηνές διαρθρώνονται με βάση τις εικόνες και εναλλάσσονται με κινηματογραφικό τρόπο. Τις εικόνες-ενότητες τις συνδέουν οι βουλητικές προτάσεις «να ελέγξω», «να πετάω», εξαρτώμενες από το ρήμα « πρέπει», υποδηλώνοντας το ηθικό χρέος του « ελεγκτή», ο οποίος ταυτίζεται με τον ποιητή λόγω των σχετικών βιωμάτων και των αντιλήψεών του, αλλά και λόγω της αυτονόμησης του εγώ στον στίχο 7.

c Η σκηνοθετική τεχνική του συγκροτεί ένα σκηνικό μεταμορφώσεων, όπου κυριαρχούν το τοτεμικό στοιχείο, οι αρχετυπικές μορφές, τα πλάσματα της παιδικής παραμυθικής φαντασίας και το παράλογο, τα οποία με τη σειρά τους αποκαλύπτουν τον ζοφερό βιωματικό κόσμο του Σαχτούρη, που αναζητά την ελπίδα σε έναν άλλο χώρο καθαρό, τον ουράνιο. Έτσι, ο κομματιασμένος του κόσμος είναι το βάθος και το πλάτος ενός επώδυνου βιώματος, που μετέτρεψε την παιδική και εφηβική ηλικία σε εφιαλτικό βίωμα. Ο Μ. Σαχτούρης με την ποίησή του αναζητά την αλήθεια, την αυθεντική ζωή, την απελευθέρωση από «πάθη και παθήματα» ανάμεσα στον ουρανό

και τη γη και δίνει την εντύπωση ότι ως κλόουν μετεωρίζει και μετεωρίζεται, αναζητώντας το νόημα της ύπαρξης. Καταλύει την απόσταση ανάμεσα στη γη στον ουρανό, καθώς οι μορφές του ανεβοκατεβαίνουν από τη ζωή στο θάνατο και το αντίστροφο ως εκφάνσεις του ίδιου πράγματος.

Ο  χώρος του ποιήματος

Ο  χώρος του ποιήματος καλύπτει δύο επίπεδα: το γήινο επίπεδο και την ουράνια περιοχή.

α) το γήινο επίπεδο: Ο ποιητής βρίσκεται στη γη, η οποία στο ποίημα δεν περιγράφεται καθόλου, αλλά υποδηλώνεται. Είναι η γη των μετεμφυλιακών χρόνων, η γη που παραπέμπει σε μια αντιπνευματική και απάνθρωπη πραγματικότητα. Από τη γη θα ξεκινήσει ο ποιητής, για να πραγματώσει το έργο του, «να ελέγξει τ΄ αστέρια».

β) ο ουρανός: Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο χώρος του ουρανού, ένας υπεργήινος χώρος, που αποτελεί τον στόχο του ποιητή, αλλά έχει υποστεί και αυτός καίρια πλήγματα. Ο ουρανός: εκπροσωπεί τον χώρο των ιδεών του ποιητή, τον χώρο της αγνότητας και της αθωότητας, τον πνευματικό χώρο στον οποίο κινείται ο ποιητής. Είναι ο χώρος στον οποίο στρέφεται ο άνθρωπος, για να ανασάνει, να προσευχηθεί, να αναζητήσει βοήθεια, άρα συμβολίζει την ελπίδα, το ιδανικό, τη λύτρωση. Ο ουρανός αντιθετικά με τη γη και συμβολικά αντιπροσωπεύει τη φυγή από αυτήν, την απόδραση στο χώρο της Ομορφιάς. Δεν πρόκειται μόνο για το ατομικό όραμα του Σαχτούρη, αλλά πρόκειται για ένα συλλογικό όραμα, έναν συλλογικό πόθο: αυτόν της ανάγκης για έναν φωτεινότερο κόσμο.

Η βασικότερη τεχνική που χρησιμοποιεί ο Σαχτούρης είναι η τεχνική της σμίκρυνσης. Σύμφωνα μ’ αυτή, το σαχτουρικό σύμπαν, ο ουρανός, έχει σμικρυνθεί και γίνεται ορατός με τις διαστάσεις ενός μπαξέ: «Ένας μπαξές γεμάτος αίμα είν' ο ουρανός και λίγο χιόνι». Ο χώρος της αθωότητας και της αγνότητας προς τον οποίο τείνει ο ποιητής σμικρύνεται, καταλαμβάνει τη διάσταση ενός μπαξέ, ενός εφιαλτικού κήπου, που είναι αιματοβαμμένος από τους σφαγιασμούς της σκοτεινής και απάνθρωπης εποχής. Ο Γ. Θέμελης έχει χαρακτηρίσει τον κήπο του Σαχτούρη ως «το πιο τρομακτικό και μαζί αποκαλυπτικό όραμα κόσμου του ποιητή»

Χρέος του ποιητή είναι να ξεπεράσει τις δυσχέρειες, το κακό που ταλανίζει τον κόσμο, για να πετάξει προς τον ουρανό, - το χώρο του καλού και του αγαθού- αλλά και να βοηθήσει τους άλλους ανθρώπους να βρουν αυτό τον δρόμο. Ο ρημαγμένος κόσμος, ρημαγμένος από την έκπτωση των ηθών και την αλλοτριότητα των πραγμάτων, επιβάλλει στον ποιητή να επωμιστεί το χρέος του ως πνευματικός ταγός και να αναλάβει καθοδηγητικό ρόλο.

Οι τρεις ιδεοπλαστικές – υπερρεαλιστικές εικόνες του ποιήματος

Α) Ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν' ο ουρανός / και λίγο χιόνι

Ο ουρανός είναι ο ποιητικός χώρος στον οποίο καταφεύγουν, για να καλύψουν τις συναισθηματικές και πνευματικές τους ανάγκες, όσοι δεν αρκούνται στα υλικά αγαθά του αισθητού κόσμου και θέλουν να βιώσουν τη γοητεία του φανταστικού κόσμου της ποίησης. Αυτός που κρατάει ανοιχτούς τους δίαυλους επικοινωνίας είναι ο ελεγκτής - ποιητής. Ο ουρανός, σύμβολο των πνευματικών αξιών και της ελπίδας, έχει υπονομευτεί από τη γήινη αθλιότητα, έχει αμαυρωθεί από την ηθική σήψη της πραγματικότητας (Κατοχή, Εμφύλιος, μετεμφυλιακές αντιπαλότητες, βία, θάνατος). Ο ουρανός σ΄ αυτήν την εικόνα έχει και στοιχεία γήινα, έχει αίμα, το αίμα των αδικοσκοτωμένων Ελλήνων. Ο Σαχτούρης ανακαλεί μνήμες από τις τραγικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας και βάφει με κόκκινο χρώμα τον χώρο της αθωότητας.

Επιλέγεται η λέξη «μπαξές», μεταφορά που αισθητοποιεί την ασαφή εικόνα του ουρανού, μια λέξη οικεία στην καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία, που αποκτά αμέσως τρομακτική και εφιαλτική διάσταση, ώστε να δηλωθούν με καθαρότητα οι δύο υποστάσεις που δίνει πάντα ο Σαχτούρης στο ποιητικό του σύμπαν: το φρικιαστικό χαρτογραφείται την ίδια στιγμή που αρθρώνεται το φανταστικό. Ο μπαξές / ουρανός, που θα ήταν αναμενόμενο να είναι γεμάτος λουλούδια, είναι «γεμάτος αίμα», λειτουργεί εδώ και ως σύμβολο θανάτου, έχει το χρώμα των τραυματικών εμπειριών της εποχής του ποιητή, το κόκκινο του αίματος, αλλά και «λίγο χιόνι». Το λευκό χρώμα του χιονιού, που αποτελεί στοιχείο αγνότητας και εσωτερικής καθαρότητας, αφήνει κάποια

περιθώρια δράσης και ελπίδας στον ποιητή. Όμως το χιόνι έχει άλλοτε χρησιμοποιηθεί ως χρώμα θανάτου από τον Σαχτούρη: «σαν παγοπώλης του θανάτου ο Θεός». Τα χρώματα, λοιπόν, που κυριαρχούν στη σαχτουρική



ποίηση έχουν εδώ καίρια θέση: άμεσα αναφέρονται το κόκκινο και το άσπρο, έμμεσα αναφέρονται το γαλάζιο και το μαύρο:

·          κόκκινο: χρώμα της ζωής αλλά και του θανάτου, της φωτιάς (καθαρτήριας αλλά και καταστροφικής), της αγάπης, του πάθους, του θυμού. Εδώ το χρώμα του αίματος, του ολέθρου και του θανάτου.

·          άσπρο: το χρώμα της αγνότητας, της ελπίδας της αισιοδοξίας, της ηρεμίας, της πνευματικότητας και της ανώτερης ζωής.
·          γαλάζιο: το χρώμα του ουρανού και της ελευθερίας.

·          μαύρο: το χρώμα του πένθους και του θανάτου. Ο ουρανός στο ποίημα έχει χάσει το γαλάζιο χρώμα του, είναι ματωμένος και σκοτεινός.

Β) έσφιξα τα σκοινιά μου / πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ' αστέρια

Η  εναγώνια προσπάθεια για επανάκτηση της χαμένης πληρότητας είναι ατελεύτητη και αποτελεί μια άλλη έκφραση του μύθου του Σίσυφου· ζητά μερίδιο από τον «ουρανό». Είναι φανερή στην ποίηση του Σαχτούρη η συνύπαρξη των ανθρώπων με το άγος, τις φρικαλεότητες, την ηθική αναλγησία. Αυτές οι συνθήκες τού υπαγορεύουν την ανάγκη να αθωώσει αυτόν τον κόσμο, προσεγγίζοντας τον ουρανό. Με τη φράση «έσφιξα τα σκοινιά μου» διαφαίνεται ο ποιητής- ελεγκτής σε κατάσταση ετοιμότητας για την εκτέλεση της ιερής αποστολής. Οφείλει να σφίξει τα σκοινιά του, δηλαδή να ενεργοποιήσει όλες τις ψυχικές του δυνάμεις. Το έργο του είναι δύσκολο, γιατί απαιτεί αποφασιστικότητα, τόλμη, αισιοδοξία, ψυχικές αντοχές. Θυμίζει τη δύσκολη ανάβαση ενός κακοτράχαλου βουνού από τον ορειβάτη που προετοιμάζεται δένοντας τα σκοινιά του. Ο αόριστος «έσφιξα» δηλώνει την συντελεσμένη ετοιμότητα του ποιητή, αλλά υπονοεί πως είναι κάτι που το έχει ξανακάνει στο παρελθόν και το γνωρίζει καλά ως διαδικασία.

Το σφίξιμο των σκοινιών, που υποδηλώνει την αποφασιστικότητα του ποιητή και την αφοσίωσή του στο χρέος που έχει, αφήνει να εννοηθεί πως η άνοδος στον χώρο των αστεριών θα γίνει με κάποια πτητική μηχανή.

Ο  ποιητής βέβαια δεν προχωρά σε κάποια εξήγηση αυτής της πτήσης, καθώς εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η ρεαλιστική αιτιολόγηση του πώς θα φτάσει ως τον ουρανό, αλλά η συμβολική σημασία της ανάγκης του να ελέγξει τα αστέρια.

«πρέπει και πάλι να ελέγξω τ' αστέρια»: αυτή η πρώτη βουλητική πρόταση αποτελεί δομικό στοιχείο του ποιήματος, αφού θα μας προετοιμάσει για τη διατύπωση της τρίτης ιδεοπλαστικής εικόνας. Συγχρόνως υπονοείται μια σχέση αιτίου – αποτελέσματος: «πρέπει να πετάω»- αίτιο· ο ποιητής μόνο μπορεί, ως κληρονόμος πουλιών / «πρέπει να ελέγξω τ΄αστέρια» - αποτέλεσμα· να μην σβήσει το φως της ελπίδας και της ανθρωπιάς στη γη. Το φως των αστεριών ενέχει την έννοια της καθοδήγησης και του προσανατολισμού (για χρόνια οι ναυτικοί – και ο Σαχτούρης είναι απόγονος μεγάλης ναυτικής οικογένειας της Ύδρας - βασίζονταν στα αστέρια, για να καθορίζουν την πορεία τους) και συμβολίζει τις αξίες των ανθρώπων, τις παραδόσεις του παρελθόντος, την ελπίδα και την προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου, ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα αρχή στην πορεία των ανθρώπων. Με δεδομένη τη λανθασμένη πορεία που ακολουθούν οι άνθρωποι της εποχής του, την απώλεια του προσανατολισμού τους και την εκτροπή τους σε πράξεις και σκέψεις καταστρεπτικές, πορεία που τους οδηγεί στο μίσος και την εκδίκηση, ο ποιητής οφείλει ως ελεγκτής να καταστήσει και πάλι το φως των αστεριών ορατό σ’ αυτούς, ώστε να καθοδηγηθούν στον σωστό δρόμο.

Τα αστέρια στην ποίηση του Σαχτούρη είναι οι αξίες και τα πνευματικά αγαθά που στολίζουν τον ουρανό. Σ’ ένα άλλο ποίημά του είναι οι ψυχές των αγωνιστών που χάθηκαν, υπερασπιζόμενοι τις ίδιες πάντοτε αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης: Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον / κόσμο / Είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα- ένα / στον ουρανό

Η   χρήση του «πρέπει» βάζει τον ποιητή στο χώρο της δεοντολογικής ηθικής, στο χώρο του ηθικού καθήκοντος, αποδίδοντας ηθικότητα και ελεύθερη βούληση στην αποστολή του, για την οποία αγωνιά και συνεχώς επαγρυπνά, όπως φαίνεται και από το επίρρημα «πάλι»: να επαγρυπνά για να μην χαθούν τα πνευματικά αγαθά και οι ηθικές αξίες από τον κόσμο μας, αλλά και για να εμπνεύσει και τους άλλους ανθρώπους την πίστη σ’ αυτές τις αξίες. Η αποστολή του «ουράνιου μηχανοδηγού» διαρκής, δύσκολη, μεγαλειώδης: να κρατάει αναμμένα τα φώτα προς το δρόμο των υψηλών ιδανικών, μήπως τον βρουν και οι άλλοι άνθρωποι κάποτε…

Γ  ) εγώ / κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω.

Ο  ποιητής μεταμορφώνεται σε πουλί, σε σύμβολο ελευθερίας (μοτίβο γνωστό από την αρχαιότητα), για να επιτελέσει το έργο της εποπτείας του ουρανού και της γης. Ο αυτοπροσδιορισμός του ποιητή ως κληρονόμου πουλιών μάς παραπέμπει στον πλατωνικό διάλογο «Ίων», όπου ο Σωκράτης μιλά για την ιδιαιτερότητα των ποιητών, οι οποίοι δεν δημιουργούν το έργο τους χάρη στη δική τους σκέψη, αλλά φτάνουν σε αυτό δεχόμενοι τη θεϊκή έμπνευση: «κοῦφον γὰρ χρῆμα ποιητής ἐστιν καὶ πτηνὸν καὶ ἱερόν, καὶ οὐ πρότερον οἷός τε ποιεῖν πρὶν ἂν ἔνθεός τε γένηται» [534b]. Ο Σαχτούρης φαίνεται πως αξιοποιεί αυτήν την πλατωνική θέση, τονίζοντας επίσης τη μέγιστη ευθύνη και το υψηλό χρέος που έχουν οι ποιητές απέναντι στους ανθρώπους της εποχής τους. Στη νεοελληνική λογοτεχνία το συγκεκριμένο μοτίβο το συναντάμε και στον Μ. Κατσαρό, στον Οδ. Ελύτη, στον Τ. Λειβαδίτη κ.α. Το θέμα του ποιητή με τα σπασμένα φτερά είναι χαρακτηριστικό στην ποίηση. Ο ποιητής παραλληλίζεται με τα πουλιά, γιατί και αυτός έχει τη δυνατότητα να «ίπταται», να βρίσκεται υψηλότερα από τους απλούς ανθρώπους, να μεταβαίνει εύκολα από τη γη στον ουρανό και να επιστρέφει, λόγω της βαθιάς καλλιέργειας, του ανθρωπισμού και της υιοθέτησης υψηλών αξιών.


Το ποιητικό «εγώ» δεσπόζει στους στίχους αυτονομημένο και προικισμένο. Η προσωπική αντωνυμία «εγώ», που αποτελεί μόνη της έναν στίχο, τονίζει με έμφαση πως είναι ο ίδιος ο ποιητής που θα λειτουργήσει ως ελεγκτής των αστεριών (αυτοαναφορικότητα). Όπως επίσης η κτητική αντωνυμία «μου», αλλά και τα πρωτοπρόσωπα ρήματα δηλώνουν πως το χρέος αυτό ανήκει στον ίδιο τον ποιητή. Ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι ζουν προσκολλημένοι στη γήινη πραγματικότητα, ο Ποιητής, «εγώ», όντας φύσει ελεύθερος, ανατρεπτικός και δημιουργικός, διεκδικεί τη δυνατότητα να φτάσει στον «ουρανό» και να κατακτήσει τα μυστικά του, σαν τα πουλιά, τους παλιότερους ποιητές –ελεγκτές, στων οποίων την ελεύθερη και ανυπότακτη φύση συμμετέχει. Ως «κληρονόμος» τους, έχει την ξεχωριστή ιδιότητα να αιωρείται ανάμεσα στους δύο κόσμους, στη γη και στον ουρανό, να ίπταται ψηλότερα από τους άλλους ανθρώπους. Αισθάνεται αυτήν την ανάγκη, γιατί αυτό του επιβάλλει το χρέος του απέναντι στην ποίηση, στον εαυτό του και στους ανθρώπους. Η λέξη «κληρονόμος» επιτείνει την έννοια του χρέους, γιατί ο ποιητής πρέπει να συνεχίσει την παράδοση των προηγούμενων ελεγκτών-ποιητών.

Τα «σπασμένα φτερά» δείχνουν πως αυτός ο αγώνας του δεν τον αφήνει χωρίς τραύματα. Ο ποιητής μεταμορφώνεται σε πουλί-μηχανοδηγό, γεγονός που αποτελεί αφύσικο μετασχηματισμό, και, ενώ έχει τα φτερά σπασμένα, έχει το χρέος να πετά, να εκτελεί την ουράνια πτήση του (συνύπαρξη λογικά ασύμβατων εννοιών που αναιρούν τη λογική τάξη των πραγμάτων). Τα τραύματα αφορούν τα πτητικά του όργανα, τα φτερά του, και επομένως πλήττουν τις οραματικές επενδύσεις του. Όμως αυτός ο τραυματισμός δεν υπονομεύει τις προσπάθειές του να αγγίξει τον ορίζοντα των προσδοκιών του. Οι δυσκολίες ή οι αποτυχίες στην προσπάθεια της αποκατάστασης της διασαλεμένης τάξης των πραγμάτων δεν τον πτοούν, δεν τον αποπροσανατολίζουν από τα οράματά του. Ακόμα και αν ο αγώνας ενάντια στο κακό του προκαλέσει τραύματα, ακόμη και αν η φρίκη και ο παραλογισμός κυριαρχήσουν σε γη και ουρανό, ο ποιητής – ελεγκτής οφείλει να υπηρετεί τον ανώτερο σκοπό του και να εκτελεί το καθήκον του. Ο «ουράνιος μηχανοδηγός» πρέπει να προχωρά στους απαραίτητους «ελέγχους», παρόλο που είναι τραυματισμένος. Οι έλεγχοι επιβάλλεται να γίνονται τακτικά, γιατί υπάρχει πάντα ο εχθρός, η αντίπαλη πλευρά, που, αν και δεν αναφέρεται ξεκάθαρα, είναι εύκολο να διακρίνουμε τη δράση της και τα αποτελέσματα αυτής: «αίμα και ουρανός», «σπασμένα φτερά». Ο ποιητής-ελεγκτής στο ταξίδι του αυτό, είναι μόνος, δεν έχει κάποιον συμπαραστάτη, άρα υποχρεούται να δράσει, «να ελέγξει».

Αυτή ακριβώς η επιμονή για την ανακατάληψη του ουρανού από τον ποιητή θέτει σε αμφισβήτηση την γνώμη κάποιων κριτικών που αποδίδουν στο Σαχτούρη απαισιοδοξία. Ο ίδιος είπε: «Τα ποιήματά μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας, είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό. Μοιάζουν με μάσκες αφρικάνικες. Με μάσκες ζώων και προγόνων, για να ξορκιστεί ο θάνατος. Όπως συμβαίνει απαράλλαχτα και με τις μάσκες των ιθαγενών». Σκοπός του εδώ να ξορκίσει την εισβολή του Κακού από το χώρο των Ιδεών.

Η δεύτερη βουλητική πρόταση «πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω» επαναφέρει το θέμα του ηθικού χρέους του ποιητή, ως «θεματοφύλακα των ηθικοπνευματικών αξιών». Άλλα περιθώρια επιλογής δεν υπάρχουν για τον ποιητή. Το χρέος του αποκτά κοινωνική διάσταση και οικουμενικό χαρακτήρα: η προάσπιση του «ουρανού» είναι, πρέπει να είναι, υπόθεση όλων μας και η προάσπισή του είναι κοινωνική λειτουργία της ποίησης

ΣΤΟΙ ΧΕΙ Α ΜΟΡ ΦΗΣ
·          ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ: μεταφορά («μπαξές γεμάτος αίμα»), σύμβολα (ο ουρανός, τα αστέρια, τα σπασμένα

φτερά, το πουλί), ιδεοπλαστικές εικόνες, επανάληψη του ρήματος «πρέπει», για να τονιστεί το χρέος του ποιητή-ελεγκτή, συνειρμικές παρομοιώσεις (κληρονόμος πουλιών).

·          ΣΤΙΧΟΣ: ελεύθερος, σύντομος, ολιγοσύλλαβος, σχεδόν μονολεκτικός. Μετρικοί διασκελισμοί, απουσία σημείων στίξης.

·          ΓΛΩΣΣΑ: απλή, λέξεις λιτές (και αντιποιητικές). Λόγος πυκνός και βαθύς με κυριαρχία του ουσιαστικού (μπαξές, ουρανός, χιόνι) και του ρήματος (έσφιξα, πρέπει, να ελέγξω). Λόγος ελλειπτικός («κληρονόμος πουλιών») ή πληθωρικός («ένας μπαξές γεμάτος αίμα/είν’ο ουρανός»).

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο ελεγκτής» από το βιβλίο του καθηγητή

1.  Να, λ.χ., ένα ποίημα που απαρτίζεται από τρεις ιδεοπλαστικές -και-σκηνικές εικόνες, «Ο ελεγκτής»:

·          Ένας μπαξές γεμάτος αίμα είν' ο ουρανός και λίγο χιόνι, η ιδεοπλαστική εικόνα και σκηνή του κακοποιημένου ουρανού.

·          Έσφιξα τα σκοινιά μου πρέπει και πάλι να ελέγξω τ' αστέρια, η ιδεοπλαστική εικόνα και σκηνή του ουράνιου μηχανοδηγού.

·          Εγώ/κληρονόμος πουλιών πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω, η ιδεοπλαστική εικόνα και σκηνή του ποιητή ως ιερού πτηνού που σακατεύτηκε στους «δύσκολους και στυγερούς καιρούς».

Και αμέσως έπειτα η τελευταία εικόνα-στοχασμός αναδιπλώνεται για να χωρέσει και τις άλλες, έτσι διακλαδισμένη: Ο ποιητής πρέπει να κάνει τη διαδρομή του - πέταγμα έστω και με σπασμένα, ξέσφιγγα φτερά-σκοινιά. Και ως μηχανοδηγός, ελέγχοντας το σύστημα των άστρων, στάσεις-φανάρια -και- λαμπτήρες της διαδρομής, να τερματίσει εκεί, στη χώρα της επαγγελίας του, που μολαταύτα γέμισε και αυτή, αίμα και χιόνι- και ως κληρονόμος των πουλιών - πτηνόν, κατά τον Ίωνα του Πλάτωνα - να φτάσει στον «μπαξέ με τ' άστρα». Τι






(Τα φάσματα)

μας θυμίζει αυτή η πολύκλωνη εικόνα-στοχασμός; Παλιές ταινίες με βαγόνια μέσ' από τοπία στέπας; Ή χιόνια και αίματα του αλβανικού μετώπου ή του σκληρού κατοχικού χειμώνα του '42; Τότε που ακόμη κι ο Θεός, στα μάτια των μικρών παιδιών και του Σαχτούρη, φάνταζε: σαν παγοπώλης του θανάτου με κόκκινα απ' τον πυρετό τα μάτια.

Και αυτές οι εμπειρίες της ζωής διασταυρώνονται με άλλες πνευματικές της φαντασίας, καθώς η τελική σκηνή αναδιπλώνεται στην αρχική εικόνα του μπαξέ με τ' άστρα. Μέσα και πέρα από κρυπτομνησίες του ή πέρα από τους δικούς μας συνειρμούς, του τύπου: Ο ουρανός: σαν περιβόλι ευώδησε και τ' άνθη του ήταν τ' άστρα

(Σολωμός) - «το ουράνιο περιβόλι» του Σεφέρη! - ή προπαντός «ουράνιος παράδεισος» -ή- κήπος» (Κάλβος). Οπότε, σαν αντίλαλος μεθόδου από το παρελθόν, και ας μη λειτούργησε στην ώρα της, μας έρχεται η γεφυρωμένη εικόνα: αναχωρεί και η νύκτα· ιδού που τ' άστρα αχνύζουσι, και οι καθαροί λευκαίνονται αιθέριοι κάμποι. Και πάλι πίσω του, αλειτούργητος ο ετερόνομος και ετερομεγέθης Κάλβος. Αυτός που είδε επίσης μέσα

«εις το χάος αμέτρητον των ουρανίων ερήμων» να κρέμονται κρέπια θανάτου- και όπου ανάμεσά τους «τα φώτα σιγαλέα κινώνται των αστέρων λελυπημένα». Που υπήρξε προπαντός και δεν το ξέραμε, από άλλη, εποπτικότερη σκοπιά, ο πρωτοπόρος και θεμελιωτής της «ιδεοπλαστικής» εικόνας, που ανανέωσε την ποίηση μας. Γιάννης Δάλλας, Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, Κέδρος, 1997, σ. 61-62.

2. Ο ποιητής όμως είναι σαν τον ευγενικό γόνο παλιάς γενιάς και τον βαραίνει η ευθύνη μιας αποστολής και

μιας παράδοσης:

Εγώ/κληρονόμος πουλιών πρέπει/έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω,

Αλλά πώς πετάει;

Κι' η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό, (Συμπέρασμα, Τα φάσματα)

Αυτό το αερόστατο μην το περάσετε για πασίχαρο πασχαλινό χαρταετό. Ένα αερόστατο που γελάει στο κενό είναι σαν την καρδιά του ανθρώπου μέσα στο χάος του κόσμου. Μόνο τρόμο και δέος μπορεί να προκαλέσει αυτό το αιωρούμενο γέλιο του πανικού.

Τη μιαν ημέρα έτρεμα την άλλη ανατρίχιαζα μέσα στο φόβο μέσα στο φόβο πέρασε η ζωή μου, (Ο στρατιώτης ποιητής, Τα φάσματα)

Μέσα σ' όλ' αυτά τι να ζητήσουμε από τον ποιητή; Οι στίχοι του τουλάχιστον ν' ανατέλλουν σαν άστρα στη σφιγμένη καρδιά μας και να καταυγάζουν το γλυκό φως ενός άλλου κόσμου στις μικρές στιγμές του καθημερινού βίου, ένα φως που να φωτίζει όλη μας την ασημαντότητα και να μας δίνει υπόσταση, επειδή μπορούμε και το διακρίνουμε. Κι όλα τα πολύ «σημαντικά» ανθρώπινα να σμικρύνονται απελπιστικά και να σβήνουν, ενώ κάτω από ένα άλλο φως ή ένα άλλο χρώμα να μεγεθύνονται τα απλούστατα σ' ένα μέγεθος απροσδόκητης σημασίας, λες και το μάτι που τα επισημαίνει καθορίζει την πλατιά έκτασή τους και τα καθαγιάζει, σύμβολα της φτωχής ζωής μας, μέσα σ' όλα τα απίθανα μεγέθη που μας περιστοιχίζουν και μας συντρίβουν. Να πάψουμε πια να ονομάζουμε τα πράγματα «μικρά» και «μεγάλα». Όλα μπορούν να είναι μικρά και μεγάλα εξαρτώμενα συνεχώς από κάποιον καημό. Ο άνθρωπος, μόνος του, με το μικρό του σχήμα, γίνεται ένα μακρύβολα ακτινοβόλο σώμα, ανοίγοντας απροσδόκητους δρόμους φωτός.

Θέλω να διαβάσετε την «Πορτοκαλιά, για να καταλάβετε τι θέλω να πω για τη φτωχή ζωή του κάθε ανθρώπου:

Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει. Ένας γέρος κυττάζει μέσ' απ' το τζάμι. Ένα ξερό δέντρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλυτζάνι σπασμένο κι όλοι, Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε.

Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά Τι θλιβερός χειμώνας. Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας. (Όταν σας μιλώ)

Ο ποιητής ξέρει πού μας οδηγεί, πόσο μπορεί ν' αναστατώσει την καρδιά μας: ως εκεί που κι η ίδια δεν μπορεί να υποψιαστεί:

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν Τι κάνει, την καρδιά μας καρφώνει; Ναι, την καρδιά μας καρφώνει ώστε λοιπόν είναι ποιητής. (Παραλογαίς)          Νόρα Αναγνωστάκη Διαδρομή, δοκίμια κριτικής (1960-1995), Νεφέλη 1995, σ. 33-35.